Πανηγυρίζει η Κυρά της Ρούμελης

Πανηγυρίζει η Κυρά της Ρούμελης

Εντυπώσεις από ένα ταξίδι, η Μονή Προυσού μέσα από τη ματιά του Μανόλη Χατζηδάκη στην εφημερίδα “Ελευθερία” 6/11/1951

«Οἱ "πύργοι τοῦ Καραϊσκάκη" χαμηλότερα ἀπὸ τὸ χωριό, σημαδεύουν τὴ θέση τοῦ μοναστηριοῦ, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ βλέπεις, παρὰ τὴν τελευταία στιγμή, ὅπως ὅλα τὰ μοναστήρια.

Οἱ πύργοι, ἁπλὲς βίγλες, κτίσθηκαν ὅταν κρατοῦσε ἀκόμη τὸ Μεσολλόγγι στὴν πολιορκία, μὲ παραγγελία ἀπὸ κεῖ — τὸ σχετικὸ ἔγγραφο σώζεται ἀκόμη στὸ ἀρχεῖο τῆς Μονῆς — γιὰ νὰ φυλάγουν τὸ πέρασμα. Ἡ πρώτη ὄψη τοῦ μοναστηριοῦ, καθὼς παρουσιάζεται ξαφνικὰ σὲ κάτοψη, μὲ τὰ τεράστια κτίρια χωρὶς στέγες, χωρὶς παράθυρα, ὅλα καμένα καὶ ἔρημα, σοῦ φέρνει ἄπειρη θλίψη. Ἀπὸ δῶ πέρασαν οἱ Γερμανοὶ τὸ καλοκαίρι τοῦ 44 καὶ τἄκαψαν ὅλα, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, ποὺ φυλάει τὸ θαυματουργὸ εἰκόνισμα. Ὅταν βρεθῇς μέσα στὸ μοναστήρι, περνώντας ἕνα μνημειακὸ πυλῶνα τοῦ 19ου αἰώνα, μὲ λαϊκὰ ἀνάγλυφα ὡραῖα, ἡ ἀτμόσφαιρα εἶναι πιὸ αἰσιόδοξη. Ἐργάτες δουλεύουν γιὰ νὰ διορθώσουν μερικὰ χαλάσματα καὶ τὰ καμένα κτίρια, ἀπὸ κοντὰ βλέπεις πὼς ἦταν δημιουργήματα σχετικά πρόσφατης οἰκονομικῆς ἀκμῆς. Μόνος περιφέρεται καὶ ἐπιβλέπει τὶς ἐργασίες ὁ ἡγούμενος Γερμανός, ὁ στύλος τῆς Μονῆς, ποὺ δὲν τσάκισε ἀπὸ τὶς φωτιὲς καὶ τοὺς κατατρεγμούς. Μένει μόνος σ' αὐτὴ τὴν ἐρημιά, μ' ἕναν σιωπηλὸ καλόγερο βοηθό, καὶ τὸ δειλινὸ ρεμβάζει στὸ μεγαλειῶδες τοπίο, στὶς ψηλὲς καὶ ἀπόκρημνες ράχες ποὺ τὸ κλείνουν γύρω, μελαγχολικὸς πυργοδεσπότης ποὺ συλλογίζεται τὴ βαριὰ κληρονομιὰ ποὺ τοῦ δίνει ὁ τίτλος του, χωρὶς ἐλπίδα διαδοχῆς.

Εἶναι μεγάλο προσκύνημα ἡ Προυσιώτισα. Χιλιάδες κόσμος ξεσηκώνεται ἀπὸ ὅλη τὴ Στερεά, τὴ Θεσσαλία καὶ ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο ἀκόμη, ὁδεύει συχνὰ ξυπόλητος γιατὶ τόχει τάξιμο, γιὰ νὰ φθάση νὰ προσκυνήση τὴ Χάρη της. Τὸ μεγάλο Πανηγύρι, ὥρα συναλλαγῆς καὶ γλεντιοῦ, ποὺ ταιριάζουν ἔτσι ἀπὸ πανάρχαιη συνήθεια μὲ τὶς λατρευτικὲς ἀπαιτήσεις τῆς θρησκευόμενης ψυχῆς. Γι' αὐτὰ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν ἦταν κτισμένα τὰ θεόρατα τετράπατα κτίρια, νὰ φιλοξενήσουν τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά μόνο, γιατὶ δὲν χωροῦσαν ὅλον τὸν κόσμο. Ἦταν οἱ μεγαλύτεροι ξενῶνες μονῆς καὶ αὐτὸ δίδει τὸ μέτρο τῆς σημασίας ποὺ ἔδιδε καὶ δίδει ἡ Μονὴ στὴ φιλοξενία, ποὺ δὲν περιορίζεται μόνο στὶς μέρες τοῦ πανηγυριοῦ: πάντα ὅποιος περάσει — καὶ παλιότερα ἦταν πέρασμα ἀπὸ τὴν Τριχωνίδα πρὸς τὸ Καρπενῆσι — θὰ βρῇ τροφὴ καὶ κατάλυμα. Ἡ κοινωνικὴ αὐτὴ ὑπηρεσία, εἶναι ἕνας λόγος ὑπάρξεως. Σήμερα οἱ Ρουμελιῶτες τῆς Ἀμερικῆς προσφέρουν χιλιάδες δολλάρια γιὰ νὰ ξανακτίσουν τὸ μοναστήρι τους καὶ οἱ ἐτήσιες προσφορὲς τῶν προσκυνητῶν, θὰ βοηθήσουν νὰ ξαναβρῇ τὴν κτιριακή του λαμπρότητα.

Ἄν αὐτὸ εἶναι σήμερα κατορθωτό, εἶναι γιατὶ σώθηκε ἡ ἐκκλησία μὲ τὸ ἱερὸ κειμήλιο, τὴν εἰκόνα, ποὺ κατὰ τὴν παράδοση, ζωγράφισε ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

Μὲ τρόπο θαυμαστὸ ἦρθε ἡ εἰκόνα ἀπὸ τὴν Προύσα τὸν καιρὸ τῆς Εἰκονομαχίας, καὶ μιὰ τεράστια λάμψη (πυρσὸς) ἔδειξε τὸ μέρος ὅπου στάθηκε. Δὲν ἔχει σημασία ἄν ὁ δύσπιστος ἐρευνητὴς νομίζει πὼς ἡ εἰκόνα εἶναι λαϊκὸ ἔργο τοῦ 17ου αἰώνα καὶ ἄν ὁ ὅρος «παρετυμολογία» τοῦ ἔρχεται πρόχειρος (Προυσὸς — Προύσα — πυρσός). Φθάνει ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι κοινὲς παραδεγμένες ἀλήθειες καὶ ὅτι ἡ πίστη σ' αὐτές, κάνει ἀληθινὰ θαύματα. Τὸ πιὸ ἁπτό: ὅτι σὲ τόσο λίγο διάστημα θὰ ξανακτισθῆ τὸ μοναστήρι καὶ ὅτι γιὰ τὴ Χάρη της πλήθη εὐσεβῆ μὲ πλούσια ἀφιερώματα, ξεκινοῦν γιὰ μακρυνὲς βασανιστικὲς πορεῖες, ποὺ δὲν θάκαναν ποτὲ γιὰ πρακτικὸ σκοπό.

Ὅλο τὸ μοναστήρι εἶναι κτισμένο σ' ἕνα στενὸ πλάτωμα ἑνὸς θεόρατου βράχου, ποὺ πέφτει κατακόρυφα καὶ ἡ ἐκκλησία, ἡ πρώτη, εἶναι κτισμένη μέσα σὲ μιὰ ρηχὴ σπηλιὰ αὐτοῦ τοῦ βράχου. Εἶναι μικρή, καμαροσκέπαστη, γιὰ ἐλάχιστους μοναχοὺς καὶ λίγους προσκυνητὲς καὶ τὴν στόλισαν ἀπὸ πάνω ὧς κάτω, μέσα καὶ ἔξω, μὲ τοιχογραφίες κάπου στὸν 14ον αἰώνα, ὡραῖες, ἀπὸ καλὸν τεχνίτη ἱστορημένες. Ἔπειτα στὰ 1518, ἕνας ζωγράφος Παπαδόπουλος, ζωγραφίζει σὲ καινούριο στρῶμα νέες τοιχογραφίες, ὅπου παριστάνει ὁλόσωμο καὶ τὸν Ἅγιο Γεώργιο τὸν "Γουργό". Ἀλλ' αὐτὲς οἱ τοιχογραφίες μαύρισαν σὰν κάρβουνο καὶ ὅλο μαυρίζουν ἀπὸ τὶς μεγάλες λαμπάδες ποὺ καῖγουν, ἀδιάκοπη προσφορὰ τῆς εὐσέβειας. Στὰ χρόνια τῆς εὐημερίας κτίζεται κολλητὰ μιὰ πιὸ μεγάλη ἐκκλησία (1754) μὲ τροῦλλο, τὴν ζωγραφίζουν στὰ 1785 καὶ τὴν πλουτίζουν μὲ σκαλιστὸ χρυσωμένο τέμπλο.

Ἡ μικρὴ αὐτὴ ἱστορία τῆς Μονῆς τοῦ Προυσοῦ, εἶναι καὶ ἡ μοναδικὴ σχεδὸν μαρτυρία γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ γιὰ τὴν πορεία τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς ἐδῶ πάνω, δηλ. τῆς πολιτιστικῆς ἐξέλιξης μαρτυρία σημαντική

Με αφορμή την εορτή της Παναγίας της Προυσιώτισσας, αναδημοσιεύουμε αυτό το σπάνιο ντοκουμέντο του διακεκριμένου βυζαντινολόγου Μανόλη Χατζηδάκη, όπου περιγράφει με μοναδικό τρόπο τη Μονή Προυσού, δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Ελευθερία» στις 6 Νοεμβρίου 1951, τιμώντας την ιερά ιστορία της Ευρυτανίας.

Ο Μανόλης Χατζηδάκης (1909–1998) υπήρξε διακεκριμένος βυζαντινολόγος, με μακρά θητεία ως διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη και του Βυζαντινού & Χριστιανικού Μουσείου, καθώς και ως Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων, αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη, τη διάσωση και την ανάδειξη της βυζαντινής και μεταβυζαντινής κληρονομιάς.

Σχόλια

Δεν έχουν γίνει σχόλια για τη δημοσίευση

Γράψτε το σχόλιό σας

Το σχόλιό σας θα ελεγχθεί από το διαχειριστή