"Τα έμπεδα" ως βάσεις εκπαίδευσης σε Ροσκά και Στουρνάρα
Προσεγγίζουμε σκληρές εποχές μέσα από μνήμες του τόπου μας
Με βήμα αργό και χωρίς να βιάζεται, απόγευμα 9ης Απριλίου του 1948, ο Βασίλης Αποστολόπουλος διάβαινε σκεπτικός στα μονοπάτια της Ροσκάς. Το βλέμμα του πλανήθηκε πάνω στα τεφρά βράχια με τα λιγοστά πουρνάρια ριζωμένα στην πέτρα και στη “μικρή πλατειούλα με λιθόκτιστα σπιτάκια και μια εκκλησιά με παλιακό χαγιάτι…". Με τούτες τις λέξεις, θα κατέγραφε αργότερα τις εικόνες αυτές σαν μια γαλήνια στιγμή, μες στις σελίδες του βιβλίου του “Το χρονικό μιας εποποιίας - Ο ΔΣΕ στη Ρούμελη”.
Κατευθυνόταν τότε από Βοϊδοκοιμηθιά - Άγιος Χαράλαμπος σήμερα - που αποτέλεσε ’κείνο τον καιρό τη βάση του “Αρχηγείου Ρούμελης” έχοντας να εκτελέσει άμεσα μια διαταγή: οι τριακόσιες επιστρατευμένες τότε Ευρυτάνισσες, νεαρά κορίτσια, που από εκείνο τον Φλεβάρη μεταμορφώνονταν σε μαχήτριες στα χώματα της Ροσκάς και της Στουρνάρας (Δολιανά), έπρεπε την επόμενη κιόλας μέρα να ξεκινήσουν για το Κερασοχώρι (Κεράσοβο). Ο “Σταθμός Διοίκησης της Δυτικής Στερεάς” είχε αναθέσει σε τούτο τον δάσκαλο την ευθύνη και την οργάνωση των έμπεδων, όπως ονομάζονταν τα κέντρα εκπαίδευσης εφεδρειών, ώστε οι τριακόσιες κοπέλες να ετοιμαστούν στα όπλα αποτελώντας έτσι εφεδρεία του ΔΣΕ.
Στους δύσβατους ορεινούς όγκους Ροσκάς και Στουρνάρας, μακριά από τους κεντρικούς οδικούς άξονες, κορίτσια της Ρούμελης προετοιμάζονταν για πόλεμο, καθώς σχηματίστηκαν δύο λόχοι χωρισμένοι σε διμοιρίες. Ο πρώτος εγκαταστάθηκε στη Ροσκά με λοχαγό τον Ανταίο, αλλιώς Γιώργος Νταουλάς από το Συγγρέλο, ενώ απέναντι, στη Στουρνάρα, ο δάσκαλος Φώτης Χατζηθάνος από τη Φουρνά, ανέλαβε τον δεύτερο.
Στις όχθες του Κρικελλοπόταμου, από την πλευρά της Στουρνάρας, όπου ο σύγχρονος περιηγητής κοντοστέκεται στον άρτια διαμορφωμένο σήμερα χώρο, να θαυμάσει το φαράγγι «Πανταβρέχει», στις 8 Μαρτίου 1948 οι λόχοι εκείνοι μετέτρεψαν τις πεζούλες σε χώρο γιορτής. Έτσι, με ιδιαίτερη επισημότητα, χαιρετισμούς, τραγούδια και παρέλαση τίμησαν την Ημέρα της Γυναίκας — μια μέρα, η οποία έχει τις ρίζες της στις αρχές του 20ού αιώνα, γεννημένη από τους διεθνείς αγώνες των γυναικών για ισότητα και αξιοπρέπεια.
Κατά το διάστημα εκείνο, μέσα στην σκληρή πραγματικότητα της προσαρμογής των γυναικών σε συνθήκες μάχης, οργανώθηκε νυχτερινή άσκηση, όπου σήμανε συναγερμός, πως, καταφθάνουν στα χωριά τμήματα του “Κυβερνητικού Στρατού” από δύο κατευθύνσεις, Καλιακούδα και Πλατάνι, ενώ οι εκπαιδευόμενες έλαβαν ρητή διαταγή να κινηθούν συντεταγμένα “προς γέφυρα Κρικελιώτη, προσεκτικά, αθόρυβα και γρήγορα” και από εκεί να ανηφορίσουν στην Τσεκλίστα (Σκοπιά). Ο ίδιος ο Αποστολόπουλος κατά την αφήγηση εκείνης της άσκησης, αναφέρεται εμβόλιμα στην τότε γέφυρα, σημερινό Κακογέφυρο, η οποία δέσποζε στην είσοδο του φαραγγιού Πανταβρέχει λέγοντας “ο λόχος, ώριμος απ’ την πρώτη του εμπειρία, πλησιάζει στο ξυλογέφυρο του Κρικελιώτη”. Σήμερα διακρίνονται ακόμα τα απομεινάρια απ’ τα λιθόκτιστα θεμέλιά του, κάτω από το σημερινό συρμάτινο, κρεμαστό γεφύρι.
Τέλη Μαρτίου το πρόγραμμα εκπαίδευσης ολοκληρώνεται, ενώ στη Στουρνάρα ήδη προγραμματιζόταν επιθεώρηση από τον καπετάν Γιώτη, κατά κόσμον Χαρίλαος Φλωράκης, η παρουσία του οποίου έδωσε στην ημέρα ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι λόχοι παρατάχθηκαν προς αξιολόγηση του αποτελέσματος, όπου ο καπετάνιος μίλησε στις κοπέλες αναγνωρίζοντας την πρόοδό τους και υπενθυμίζοντας τον ρόλο, που επρόκειτο να αναλάβουν.
Ο άγριος, ορεινός και απομονωμένος αυτός τόπος δεν έμεινε ποτέ ανεκμετάλλευτος και αποκομμένος από την ιστορική συγκυρία. Επιλέχθηκε συνειδητά για συγκεκριμένες δράσεις, έγινε καταφύγιο, τόπος απόφασης κι ευθύνης. Στις χαράδρες και στα πέτρινα περάσματά του εκφράστηκαν ανθρώπινες ελπίδες, φόβοι, αντοχές. Εδώ καταγράφηκαν εμπειρίες που ξεπέρασαν το στιγμιαίο γεγονός. Γράφουμε για όσα συνέβησαν σε αυτόν, για να αναρωτηθεί ο σημερινός άνθρωπος, τι αναζητά με τη δική του παρουσία στον κόσμο. Ποιό το ίχνος που αφήνει και ποιά ευθύνη κρατά απέναντι στην κοινότητα, στην ιστορία, στη φύση.