Το χωριό Στουρνάρα

Ο μικρός οικισμός, τα παλιά Δολιανά

Στις νότιες πλαγιές του επιβλητικού όρους "Καλιακούδα", αντικρυστά με το χωριό Ροσκά και κάτω από τις απότομες, βραχώδεις προεξοχές της ράχης "Σκάλα", απλώνεται το χωριό Στουρνάρα – παλαιά Δολιανά – κρυμμένο μες στο αστείρευτο πράσινο της Ευρυτανίας. Στις άκρες του ρέει κελαρυστά ο Κρικελλοπόταμος και με θέα προς το Πανταβρέχει, αυτός ο μικρός οικισμός, που αν κι ερημωμένος πια, παρόλα αυτά παραμένει φροντισμένος, δεμένος ευλαβικά με τις ρίζες του.

Τούτο το χωριό άλλαξε το όνομά του το 1928, προς τιμή του Αγίου Γερασίμου του Νέου, του Καρπενησιώτη, γεννημένου στις 3 Ιουλίου 1812 μ.Χ. Ο άγιος καταγόταν από τα Δολιανά, γόνος της οικογένειας Σταθόπουλου ή Στουρνάρα και από αυτό τον τόπο μετακινήθηκε προς το Μεγάλο Χωριό. Όμως, παρά τη βαθιά ιστορική σύνδεση του χωριού, το αίτημα των κατοίκων για την επαναφορά του παλαιού ονόματος "Δολιανά" δεν έγινε δεκτό, με τη σχετική γνωμάτευση, την 98/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας, να απορρίπτει το αίτημα της μετονομασίας. Έτσι, το χωριό συνεχίζει να ζει ανάμεσα σε δύο ταυτότητες – τη σύγχρονη και την πατρογονική – κουβαλώντας τη μνήμη και των δύο ονομάτων του.Στο βιβλίο του δασκάλου Γ.Βράχα "Από τα Δολιανά και την Κοντίβα" διαβάζουμε: "Δουλιανά, έχει την έννοια πως για να αποχτήσεις κάτι σ΄αυτόν το τόπο έπρεπε πολύ να κοπιάσεις, να δουλέψεις. Δουλιά-να . Δούλεψε".

Όποιος επισκέπτεται τη Στουρνάρα, δεν βρίσκει απλώς ένα μικρό ορεινό οικισμό, αλλά έναν τόπο με μνήμη. Το φυσικό κάλλος "δένει" με την ιστορία του, καθώς η κάθε στράτα του, που οδηγεί στις γύρω περιοχές, όπως ο δρόμος της Καλιακούδας και του ποταμιού, το μονοπάτι της Κοντίβας και η Σκάλα προς τα Ψιανά, δίνει το στίγμα της Ευρυτανικής ψυχής.

Το χωριό αποτελείται από δύο μέρη: Πάνω Χωριό, με την πλατεία του, όπου βρίσκεται ο ναός του Αγίου Αθανασίου και το παλιό σχολείο, και Κάτω Χωριό, γύρω από το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, είναι τόποι έτοιμοι να αφηγηθούν ιστορίες σε κάθε ταξιδιώτη, που θα θελήσει να τις ακούσει. Ιστορίες ανθρώπων σκληραγωγημένων από τη γη και τις κακοτράχαλες πλαγιές, που πάλεψαν σ' όλους τους πολέμους, που δοκιμάστηκαν από τη φτώχεια και τον ξενιτεμό, μα πάντοτε κρατούσαν την αγάπη για τον τόπο τους.

Μάλιστα, υπάρχει μια παράδοση σχετικά με θαυμαστή επέμβαση του Αγίου Αθανασίου, που καταγράφεται πάλι στο βιβλίο του αείμνηστου Γιάννη Βράχα, όπως την διασώζει ο χωριανός Χρήστος Μουτογιάννης: "Μιά γιαγιά έπλενε τα ρούχα της στο ρέμα κοντά στα Ντουφεκέικα. Εκεί ήρθε μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα και της ζήτησε να την βοηθήσει να περάσει το ρέμα γιατί απάνω σε μια κοτρώνα καθόταν ένας γέρος και δεν την άφηνε να περάσει. Τότε η γιαγιά τη ρώτησε ποιά είναι, κι αυτή απάντησε πως είναι εκείνη που καθάρισε τον απέναντι μαχαλά και τώρα ερχόταν να καθαρίσει και τον άλλο μαχαλά. Ήταν η Πανούκλα. Κι ο γέρος που δεν την άφηνε να περάσει ήταν ο Άγιος Αθανάσιος. Έτσι γλύτωσε το χωριό."

Κορωνίδα πια της τοπικής παράδοσης είναι το πανηγύρι του Προφήτη Ηλία. Κάθε χρόνο στις 20 Ιουλίου, στην πλατεία, κάτω από τον ίσκιο των πουρναριών, στήνεται το μεγάλο αντάμωμα. Εκεί, δίπλα στην προτομή του παπα-Δημήτρη Βαστάκη, μάρτυρα της Εθνικής Αντίστασης, οι απόδημοι και οι ντόπιοι σμίγουν για μια μέρα με τραγούδια, χορούς, ντόπια εδέσματα και την αίσθηση μιας κοινότητας, η οποία, όσο κι αν σκορπίζει, ξαναβρίσκει κάθε χρόνο τον παλμό της.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’90 επισκευάστηκε με έξοδα των χωριανών ένας από τους τρεις παλιούς, κατεστραμμένους, παραδοσιακούς μύλους του χωριού. Συγκεκριμένα, εκείνος που συναντάμε πριν την είσοδο του χωριού, δίπλα στον χωματόδρομο της Καλιακούδας. Ήταν μια κίνηση, που δήλωσε την αποφασιστικότητα αυτών των ανθρώπων να ξεπεράσουν τις όποιες δυσκολίες της ανακατασκευής του, ώστε να δείξουν στους επισκέπτες την εξάρτηση των χωριανών από τη γη με τα πολλά νερά, τους αγώνες και τους μόχθους των κατοίκων να εξυπηρετούν τις βιοτικές ανάγκες, ώστε να φτάνει το ψωμί στο οικογενειακό τραπέζι. Ο μύλος ήταν επιπλέον ένας κοινωνικός χώρος συνάντησης, στον οποίο, εκτός από το άλεσμα των καρπών, γίνονταν κουτσομπολιά και προξενιά, το νεροτρίβισμα των βελεντζών και το φινίρισμα των μάλλινων ρούχων με το χτύπημα στα μαντάνια, όπου οι βαριές ξύλινες σφύρες κινούμενες από την δύναμη του νερού, χτυπούσαν επανειλημμένα τα υφαντά, για να γίνουν πιο ανθεκτικά, δουλεμένα από τους αργαλιούς των κοριτσιών εκείνης της εποχής.